🇬🇧 en el 🇬🇷
cutting edge noun |
|
|---|---|
|
κοπτική ακμή |
|
στην αιχμή της τεχνολογίας |
Wiktionary Links
- English: cutting edge
cutting edge noun |
|
|---|---|
|
κοπτική ακμή |
|
στην αιχμή της τεχνολογίας |